Προκαταρκτικές Δράσεις

Η εφαρμογή ενός νέου συστήματος προϋποθέτει έναν, επικαιροποιημένο με τη νέα διαρρύθμιση, χάρτη των σχολείων και των ιδρυμάτων της χώρας από τις Περιφέρειες. Οι Διευθύνσεις Παιδείας  αρχικά θα πρέπει να επιθεωρήσουν τα σχολεία της επικράτειάς τους και να αποστείλουν στο Υπουργείο έκθεση με τις άμεσες και επείγουσες ανάγκες σε υποδομές, εξοπλισμό και ανθρώπινο δυναμικό (κενά) που δεν μπορούν να επιλυθούν σε τοπικό επίπεδο (σχολική μονάδα, Δήμος, Περιφέρεια) ώστε να διευθετηθούν. Απαιτούνται περίπου 30.000 μόνιμες προσλήψεις εκπαιδευτικών σε ορίζοντα πενταετίας. Επίσης, ο Οργανισμός Σχολικών Κτηρίων (ΟΣΚ) έχει καταρτίσει νέο πλαίσιο δομών και κριτηρίων για τα σχολικά συγκροτήματα και τον εξοπλισμό τους και θα αναλάβει την αξιολόγησή τους. Τα νέα κριτήρια να δίνουν έμφαση στην οικολογία, την ενεργειακή αυτονομία, την διευκόλυνση των ΑΜΕΑ και την εξοικονόμηση φυσικών και καταναλωτικών πόρων. Τέλος, καθιερώνονται ζώνες εκπαιδευτικής προτεραιότητας με στόχο την υποστήριξη ευαίσθητων περιοχών. Σε αυτές θα υπάρχει μέριμνα για κοινωνικά κυλικεία, σχολικά συσσίτια, κάλυψη λειτουργικών δαπανών, κίνητρα για εκπαιδευτικούς κλπ.

Περίληψη Νέας Στρατηγικής

Στα παραδείγματα που εξετάσαμε από το εξωτερικό, επικεντρωθήκαμε στα ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά συστήματα, λαμβάνοντας υπόψη την γενικά καλή αξιολόγησή τους από αντίστοιχες έρευνες (π.χ. ΟΟΣΑ –Πρόγραμμα PISA, ΕΕ), τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές τους συγκριτικά με άλλα ανταγωνιστικά συστήματα, όπως ορισμένα της Ασίας αλλά και την ίδια την θέση της Ελλάδας στην Ενωμένη Ευρώπη, που από μόνη της επιβάλλει κατευθύνσεις στην εθνική πολιτική. Οι σύγχρονες τάσεις στην Ευρωπαϊκή εκπαιδευτική πολιτική συνοψίζονται στον εκδημοκρατισμό της σχολικής διαδικασίας, την λειτουργική ενοποίηση των εκπαιδευτικών δομών, την ανάπτυξη της δια βίου μάθησης και την σύνδεση της Εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Η πρότασή μας προσπαθεί να συμβαδίσει με αυτές τις προοπτικές, ωστόσο τονίζουμε πως στην προωθούμενη «οικονομίστικη» αντίληψη της Παιδείας, σύμφωνα με την οποία η σχολική επιτυχία είναι συνυφασμένη με την δυνατότητα εργοδότησης, θα πρέπει να αντιτάξουμε ένα σύστημα που επικεντρώνεται στον άνθρωπο και την πνευματική του εξέλιξη, αυτό που ονομάζεται «ανθρωπιστική παιδεία», με επικέντρωση στα ανθρώπινα δικαιώματα, την πολυπολιτισμικότητα, την ενότητα μέσα από την διαφορά.

Στο γενικό αυτό πλαίσιο, η πρότασή μας εστιάζεται στην υποχρεωτική εκπαίδευση. Η 12χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, επεκτεινόμενη δηλαδή στο Λύκειο, αποτελεί τη βάση του συστήματος, πάνω στην οποία θα δομηθεί η προσωπικότητα των νέων, θα δρομολογηθεί η διαμόρφωσή τους σε ενεργούς πολίτες και θα εμπεδωθεί η αντίληψη της βιωματικής μάθησης. Η διεύρυνση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης σε συνδυασμό με την ενοποίηση της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και τον διαχωρισμό της από την τριτοβάθμια πιστεύουμε πως συμβάλλει αφενός στην πληρέστερη γνωστική κατάρτιση του σπουδαστή, αφετέρου μεταθέτει σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον του σε ένα επόμενο διάστημα όπου, έχοντας το βασικό γνωστικό υπόβαθρο και τις απαραίτητες δεξιότητες, θα μπορέσει να κάνει τις καλύτερες επιλογές. Ταυτόχρονα επιχειρείται μια αναδιοργάνωση και απλούστευση της πολυπλοκότητας του προηγούμενου συστήματος όσον αφορά το Λύκειο και τις διεξόδους του με παράλληλη αποβολή των συνεχών προαγωγικών εξετάσεων. Απλούστευση των διαδικασιών και προαγωγή της έρευνας είναι οι αρχές της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης.

Σημαντικό ρόλο στο νέο σύστημα έχει η ηλεκτρονική του υπόσταση, η ψηφιακή διασύνδεση των λειτουργιών του. Οι νέες τεχνολογίες δεν εντάσσονται μοναχά στην διαδικασία μάθησης, αλλά εξυπηρετούν πολλαπλούς τομείς, όπως η εναλλακτική αξιολόγηση, η μηχανοργάνωση, η αποκέντρωση των εξουσιών καθώς και η επικοινωνία μεταξύ εκπαιδευτικών, γονέων, σχολείων και εκπαιδευτικών δομών. Ειδικότερα, στόχος του συστήματος είναι, μέσα από δραστηριότητες και με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών, να ενθαρρύνει τους μαθητές να αναπτύξουν επικοινωνία και συνεργασία με άλλα σχολεία εντός ή εκτός Ελλάδος, μια δυνατότητα που ανοίγει ευρείς πολιτισμικούς και γνωστικούς ορίζοντες στους μαθητές.

Επιδιώκουμε, επιπλέον, την αποκέντρωση της εκπαιδευτικής διοίκησης, ένα μοντέλο που αποδεικνύεται επιτυχημένο σε πολλές περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και το περιβόητο φινλανδικό σύστημα. Αρμοδιότητες της κεντρικής κυβέρνησης και του Υπουργείου μεταφέρονται στις Περιφέρειες, τους Δήμους, κυρίως τις Διευθύνσεις Παιδείας, ενώ δίνεται περαιτέρω αυτονομία στην ίδια τη σχολική μονάδα μειώνοντας έτσι ανούσιες γραφειοκρατικές διαδικασίες όπως πχ στο θέμα των σχολικών εκδρομών. Προωθείται ο κοινωνικός έλεγχος και η συμμετοχή στην εκπαιδευτική διαδικασία. Το νέο σύστημα δίνει μεγάλη σημασία και εμπιστοσύνη στην δράση του ίδιου του εκπαιδευτικού, γι’ αυτό και φροντίζει για την καλύτερη δυνατή ακαδημαϊκή και παιδαγωγική του κατάρτιση, την συνεχή επιμόρφωση και την παροχή ελευθερίας στον τρόπο και το περιεχόμενο της διδασκαλίας. Επιδιώκεται να δρα ως μέντορας του μαθητή, εισάγοντας στην πράξη λογικές ανακαλυπτικής, συνεργατικής και βιωματικής μάθησης, που προστάζει η σύγχρονη εποχή.

Για την ομαλή υλοποίηση των παραπάνω απαιτείται χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης 8 ετών και σταδιακής βασικής εφαρμογής 5 ετών, διάστημα στο οποίο πρέπει να επιδιωχθεί αφενός η σταδιακή αύξηση του ποσοστού δαπανών επί του ΑΕΠ για την Παιδεία σε τουλάχιστον 5% (Ευρωπαϊκός ΜΟ), αφετέρου ο ανασχεδιασμός των υπάρχοντων κονδυλίων έτσι ώστε να ενισχυθούν συγκριτικά δυναμικοί τομείς του νέου συστήματος (επιμορφώσεις, ψηφιοποίηση κλπ). Επιπλέον χρηματοδότηση θα προέλθει από τη δημιουργία ειδικού ταμείου για την Παιδεία-Έρευνα, από την εξοικονόμηση πόρων που άλλωστε προβλέπει το ίδιο το σύστημα αλλά και από την πρακτική συνεργασία κοινωνικών και κρατικών φορέων, όπως πχ η συμβολή των Πανεπιστημίων και των δημόσιων Ινστιτούτων στην διαμόρφωση του πληροφοριακού και ηλεκτρονικού συστήματος, των νέων σχολικών βιβλίων κτλ. Σχετικές έρευνες άλλωστε καταδεικνύουν πως μια ευρεία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα μπορούσε να αποφέρει μακροπρόθεσμα τεραστίου μεγέθους οικονομικά οφέλη για την κοινωνία (ανώτατο όφελος 1,3 τρισεκατομμυρίων ευρώ μακροπρόθεσμα – Έκθεση Κομισιόν 2011).

Ισχύον Καθεστώς – Στρεβλώσεις

Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, ιδίως μετά τις αλλαγές του ’64 και την εφαρμογή μέρους τους το ’76, καθώς και του ‘80-‘82, δεν έχει υποβληθεί σε καμιά βαθιά μεταρρύθμιση, χωρίς να παραβλέπουμε βέβαια σημαντικές διορθωτικές κινήσεις που έγιναν κατά καιρούς. Μάλιστα, την τελευταία δεκαετία επικρατεί μάλλον στασιμότητα, αν όχι οπισθοδρόμηση λόγω και της ιδιαίτερης οικονομικής και πολιτικής κατάστασης. Πολλές φορές μάλιστα οι επιχειρούμενες ρεφορμιστικές αλλαγές λαμβάνουν κωμικοτραγικό χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα οι συνεχώς μεταβαλλόμενες διατάξεις που καθορίζουν την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Η ελαφρότητα αντιμετώπισης του ζητήματος καταδεικνύεται από τα πενιχρά κονδύλια που διατίθενται κάθε χρόνο για την Παιδεία, καθώς και από την διαχείρισή τους. Χαρακτηριστικά, ο Προϋπολογισμός του 2015 προβλέπει δαπάνες 2,48% του ΑΕΠ, από τις χαμηλότερες στην ΕΕ, ενώ στο «Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2015-2018» αναφέρεται ρητά η προοπτική μείωσης του ποσοστού κάτω από το 2%, πολιτική που αγνοεί μια σειρά μελετών που αναδεικνύουν το τεράστιο δυνητικό οικονομικό όφελος μιας μεγάλης εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Ακόμη περισσότερο, φαίνεται πως τα διόλου ευκαταφρόνητα κοινοτικά κονδύλια για την εκπαίδευση αδυνατούν να απορροφηθούν προς όφελος της εκπαιδευτικής κοινότητας. Βέβαια, η ανεπάρκεια χρηματοδότησης δεν πρέπει να συνιστά άλλοθι για την μη προώθηση αναγκαίων αλλαγών που πολλές φορές έχουν και μηδενικό κόστος.

Έτσι, το ελληνικό σύστημα παραμένει απομονωμένο σε παγκόσμια κλίμακα, προσκολλημένο σε αρχές και δομές που πλέον δεν εξυπηρετούν τις ανάγκες του πολίτη και της κοινωνίας. Πρόκειται για ένα από τα παλιά μοντέλα που αναδύθηκαν από τις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά της εκβιομηχάνισης. Κύριο γνώρισμά του είναι ο -ατελής και προβληματικός- συγκεντρωτισμός υπό την κεντρική εξουσία και ειδικότερα τον/την εκάστοτε Υπουργό Παιδείας. Ως φυσικό επακόλουθο της καθολικής διαχείρισης «εκ των άνω», η θέση και η αξία του εκπαιδευτικού υποβαθμίζεται στον ρόλο του απλού διεκπεραιωτή προαποφασισμένων εκπαιδευτικών σχεδίων, κοινών για όλους, αντί να διευθύνει την σχολική διαδικασία και να διαμορφώνει πολιτική είτε στο σχολείο είτε σε διοικητικές δομές. Ο εκπαιδευτικός σήμερα, εκτός από επαγγελματική υπονόμευση και ανασφάλεια υφίσταται και οικονομική υποβάθμιση λόγω των γενικών περικοπών και της ουσιαστικής διακοπής των μόνιμων διορισμών. Είναι σαφές λοιπόν πως η δημιουργία νέας γενιάς ταλαντούχων, εμπνευσμένων παιδαγωγών είναι εξαιρετικά δύσκολη σε αυτές τις συνθήκες.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι παρενέργειες και τα προβλήματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι πολύπλευρα και έχουν πολλές φορές καταγγελθεί από τις αρμόδιες εκπαιδευτικές, συνδικαλιστικές οργανώσεις και κοινωνικούς φορείς. Ενδεικτικά σημειώνουμε τις ανεπαρκείς υλικοτεχνικές υποδομές και τα παλαιά-αναχρονιστικά σχολικά κτήρια, την ελάχιστη πρακτική αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, την έλλειψη ουσιώδους και συνεχούς επαγγελματικού προσανατολισμού με βάση τις ανάγκες της χώρας, την υπονόμευση των χειρωνακτικών επαγγελμάτων και της τεχνικής εκπαίδευσης, την υποβάθμιση της αξίας των πτυχίων Πανεπιστημίων λόγω και του κορεσμού, τον εξετασιοκεντρικό χαρακτήρα της αξιολόγησης που οδηγεί σε χρησιμοθηρικές αντιλήψεις για την γνώση (βαθμοθηρία, αποστήθιση, παραμέληση κριτικής ικανότητας και παιδαγωγικής σημασίας του σχολείου) και την διαμόρφωση του Λυκείου σε προθάλαμο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

Επομένως, πέρα από τις πολιτικές σκοπιμότητες που υπήρξαν, την απουσία μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδίου για την Παιδεία, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα πολύ δύσκολα μπορεί να επαναρυθμιστεί. Οι παθογένειες που αναφέρθηκαν λειτουργούν ως ένας ιδιότυπος ομοιοστατικός μηχανισμός του, που εμποδίζει τους διαύλους επικοινωνίας με τα πλέον σημαντικά συστατικά της εκπαίδευσης: εκπαιδευτικούς και μαθητές. Γι’ αυτό και δεν επιδιώκουμε απλά διορθώσεις και παρεμβάσεις στο υπάρχον μοντέλο, αλλά προτείνουμε την οικοδόμηση ενός νέου, αειφόρου εκπαιδευτικού συστήματος.

Αρχές και Στόχοι της Παιδείας

Η Παιδεία θεωρείται ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα κάθε πολίτη, όπως υποδεικνύεται από τις Διεθνείς Συμβάσεις και το Ελληνικό Σύνταγμα. Υποχρέωση του κράτους είναι η συνεχής βελτίωση του επιπέδου της παρεχόμενης Παιδείας, η προσφορά ίσων και ποιοτικών ευκαιριών μόρφωσης σε όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως τόπου κατοικίας, καταγωγής, θρησκείας, οικονομικού επιπέδου, φύλου ή γλώσσας. Αποστολή της εκπαίδευσης είναι η διαμόρφωση ελεύθερων πολιτών με σεβασμό στον άνθρωπο και τις αξίες του, ηθικών συνεκτικών στοιχείων της κοινωνίας, με όλες τις απαραίτητες δεξιότητες της σύγχρονης ζωής. Σε αυτό το πλαίσιο κινείται η όποια στρατηγική χαράσσεται για την εκπαίδευση, όπως και η παρούσα πρόταση.

Μέσα στην κοινωνία της πληροφορίας και της εξέλιξης, θα πρέπει το εκπαιδευτικό μας σύστημα να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εποχής μέσω συνεχών προσαρμογών, εμπλουτισμού και επικαιροποίησης. Ο επαναπροσδιορισμός του ρόλου του σχολείου επιβάλλει την διαμόρφωση ενός ευέλικτου και αποκεντρωμένου παιδαγωγικού περιβάλλοντος, ικανού να συμβάλλει στην αρμονική ένταξη του σπουδαστή στην τοπική και την ευρύτερη κοινωνία, καθώς και στην επιστημονική και τεχνική του κατάρτιση. Μια τέτοια στρατηγική πρέπει να εστιάζεται στην ευαισθητοποίηση για τον πολιτισμό και την πολιτιστική μας κληρονομιά και στην αειφορία, καλλιεργώντας παράλληλα την ταυτότητα του Ευρωπαίου Πολίτη και του Πολίτη του Κόσμου. Θα πρέπει επίσης να πλαισιώνεται από σχεδιασμούς και πρακτικές για την αλληλεγγύη, την ισότητα των φύλων, τα ΑΜΕΑ, ομάδες με ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, τον ψηφιακό αλφαβητισμό, την πολιτική μόρφωση και την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση, ώστε να συμβάλλει στην καταπολέμηση των κοινωνικών παθογενειών.

Ταυτότητα & Βασικές Θέσεις

Είμαστε μια ομάδα νέων ανθρώπων. Έχοντας πρόσφατη την εμπειρία του ελληνικού συστήματος εκπαίδευσης, καταγράφουμε τις απόψεις μας, θέτουμε προβλήματα, διεξάγουμε έρευνα και προτείνουμε αλλαγές. Δεν αρκούμαστε στην απλή βελτίωση του υπάρχοντος συστήματος, αλλά διακηρύττουμε την ανάγκη δόμησης ενός καθόλα νέου εκπαιδευτικού μοντέλου. Στον συνεχή διάλογο για την Παιδεία και την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση προσερχόμαστε με οράματα και αιτήματα:

– Ενιαίο, 12χρονο, δωρεάν και δημοκρατικό σχολικό σύστημα για όλους τους μαθητές ανεξαιρέτως
– Ενοποίηση του Λυκείου, ισχυρή και ενιαία Τεχνική & Επαγγελματική Εκπαίδευση μετά
– Διαχωρισμό του Λυκείου από τις διαδικασίες εισαγωγής στα ΑΕΙ με ισχυρό απολυτήριο
– Εναλλακτικές μορφές περιγραφικής αξιολόγησης με περιορισμό βαθμών και εξετάσεων
– Αυτενέργεια των σχολείων, ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών, αποκεντρωμένη σχολική διοίκηση
– Φιλικό και σύγχρονο σχολικό περιβάλλον και εξοπλισμός για τον μαθητή και τον εκπαιδευτικό
– Σχολείο ως πολιτιστικός και κοινωνικός κόμβος καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας
– Κοινωνικό έλεγχο της εκπαίδευσης με άνοιγμα των σχολείων στην τοπική κοινωνία
– Ενεργοποίηση και εμπλοκή της μαθητικής και φοιτητικής κοινότητας στα θέματα που τις αφορούν
– Ενιαία Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση & Έρευνα με έμφαση στη δημιουργία νέας γνώσης