#parethesi Στο Κόκκινο

Η αναγγελία του νέου «Εθνικού & Κοινωνικού Διαλόγου για την Παιδεία» από τον κ. Φίλη έγινε σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο και με κάθε άλλο παρά θετικούς οιωνούς. Οι προηγούμενες εμπειρίες από τέτοιες διαδικασίες κάνουν ελάχιστους να πιστεύουν η διαδικασία αυτή θα είναι αμερόληπτη, ισότιμη, θα αγγίζει τις ανάγκες της εκπαιδευτικής κοινότητας και των μαθητών και θα οδηγήσει σε απτά αποτελέσματα τα οποία δεν θα κλειστούν πάλι σε υπουργικά συρτάρια. Την ίδια ώρα, η πίεση για την απαρέγκλιτη τήρηση καταστροφικών για την Παιδεία μνημονιακών πολιτικών σε συνεργασία με τον ΟΟΣΑ ναρκοθετεί την όλη διαδικασία με προειλημμένες αποφάσεις. Η ανάγκη μιας σαρωτικής αλλαγής ωστόσο παραμένει. Ο κλάδος της εκπαίδευσης είναι ένας από τους κύριους «ασθενείς» της χώρας μας. Παρά τους ανεξάντλητους διαλόγους, τις επιτροπές, τα συνέδρια και τις χιλιάδες σελίδες που έχουν γραφτεί, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν έγινε, όπως έγραψε και ο Αλέξης Δημαράς. Τι είναι άραγε αυτό που κάνουμε λάθος και πώς μπορεί, αν μπορεί, αυτή η νέα προσπάθεια να ξεχωρίσει θετικά και ποιοτικά από τις προηγούμενες; Αυτά είναι ερωτήματα που θα πρέπει να προβληματίσουν τους υπεύθυνους του διαλόγου αλλά και την εκπαιδευτική κοινότητα και την κοινωνία εν συνόλω. Εμείς παραθέτουμε τις δικές μας προτάσεις, βασισμένες στη διεθνή εμπειρία, που θα μπορούσαν να καταστήσουν τον «Εθνικό & Κοινωνικό Διάλογο για την Παιδεία» την αφετηρία μιας πραγματικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης.

Αυτό που προέχει καταρχήν είναι να αποσαφηνιστεί ο λόγος για τον οποίο πρέπει η Ελλάδα να προχωρήσει όχι απλά σε διόρθωση, αλλά σε ριζικό μετασχηματισμό του εκπαιδευτικού της συστήματος. Το ελληνικό σύστημα, μετά τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες του ΄64 και του ΄82 δεν έχει υποβληθεί σε καμιά βαθιά, εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση. Παραμένει ένα παρωχημένο, βιομηχανικού τύπου σύστημα που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας. Κύριο γνώρισμά του είναι ο συγκεντρωτισμός υπό την κεντρική εξουσία. Ως φυσικό επακόλουθο, η θέση και η αξία του εκπαιδευτικού υποβαθμίζεται στον ρόλο του απλού διεκπεραιωτή προαποφασισμένων εκπαιδευτικών σχεδίων, κοινών για όλους, αντί να διευθύνει την σχολική διαδικασία και να διαμορφώνει πολιτική. Υπό αυτό το πρίσμα, τα προβλήματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι πολύπλευρα. Ενδεικτικά σημειώνουμε τις ανεπαρκείς υλικοτεχνικές υποδομές, την ελάχιστη πρακτική αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, την έλλειψη επαγγελματικού προσανατολισμού με βάση τις ανάγκες της χώρας, την υπονόμευση της τεχνικής εκπαίδευσης, την υποβάθμιση της αξίας των πτυχίων, τον εξετασιοκεντρικό χαρακτήρα της αξιολόγησης και την διαμόρφωση του Λυκείου σε προθάλαμο -βάσανο για τους μαθητές- της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

Όλα αυτά συνιστούν έναν ιδιότυπο ομοιοστατικό μηχανισμό που καθιστά αναγκαία την εξαρχής δόμηση ενός νέου εκπαιδευτικού μοντέλου. Για μας, αυτό το μοντέλο θα πρέπει να έχει ως θεμέλια το ενιαίο 12χρονο σχολείο για όλους, το ενοποιημένο Λύκειο, ένα αποκεντρωμένο σύστημα διοίκησης, την αυτενέργεια σχολείων και εκπαιδευτικών, τον διαχωρισμό του Λυκείου από τις διαδικασίες εισαγωγής στα Πανεπιστήμια με ισχυρό απολυτήριο, τον δραστικό περιορισμό της λογικής των βαθμών και των εξετάσεων έναντι εναλλακτικής αξιολόγησης και τον κοινωνικό έλεγχο της εκπαίδευσης. Σε κάθε περίπτωση, ο δρόμος που πρέπει να ακολουθηθεί ώστε τα αιτήματα της εκπαιδευτικής κοινότητας και τα πορίσματα του διαλόγου να μετουσιωθούν σε μια πραγματική μεταρρύθμιση είναι δύσκολος και σίγουρα δεν διανύεται στο ελάχιστο από το πλέγμα των επιτροπών που έχει ανακοινώσει το Υπουργείο.

Η δική μας πρόταση βασίζεται στην μαζική συμμετοχή της εκπαιδευτικής, φοιτητικής και μαθητικής κοινότητας σε μια διαδικασία πολυπρισματικής διαβούλευσης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο διάλογος όπως θα γίνει υπό τις 3 επιτροπές κρίνεται ανεπαρκής με τη σημερινή του μορφή, καθώς θα δώσει μέσα σε διάστημα 4 μηνών ένα ή περισσότερα γενικόλογα πορίσματα για μια τεράστια γκάμα ζητημάτων, ενώ η συμμετοχή των εκπαιδευτικών και των μαθητών θα είναι αρκετά περιορισμένη στην καλύτερη των περιπτώσεων. Προτείνουμε λοιπόν την δημιουργία υποεπιτροπών εσωτερικά στις επιτροπές για κάθε σημαντικό ζήτημα, οι οποίες θα πρέπει να στελεχωθούν πλειοψηφικά από εκπαιδευτικούς. Παράλληλα, είναι κρίσιμο να δοθεί ο λόγος στους μαθητές, να σταλεί εγκύκλιος που να καλεί συγκεκριμένα τις μαθητικές κοινότητες (μέσω των συμβουλίων τους) να υποβάλλουν τις προτάσεις τους στην ηλεκτρονική πλατφόρμα διαλόγου που θα δημιουργηθεί. Τα πορίσματα της διαδικασίας που θα θέτουν το όραμα, τις αξίες και τις αρχές του νέου συστήματος να δοθούν σε νέες επιτροπές που θα στελεχωθούν με μεγάλο αριθμό εκπαιδευτικών και οι οποίες θα αναλάβουν να τις εξειδικεύσουν σε συγκεκριμένες πολιτικές, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα και προτεραιότητα στην διαμόρφωση νέων Αναλυτικών Προγραμμάτων, κατά το πρότυπο της Κύπρου.

Η ευρεία συμμετοχή και διαβούλευση και όχι οι μονομερείς καταγγελίες είναι ο τρόπος να αποκλειστούν προσχηματικές διαδικασίες αλλά και να πιεστεί η πολιτική ηγεσία στην υιοθέτηση των προτάσεων. Είναι για εμάς σαφές πως θεμέλιο μιας πραγματικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης είναι η κινητοποίηση του συνόλου της εκπαιδευτικής κοινότητας, η συνειδητοποίηση πως η παιδεία του σήμερα διαπλάθει την κοινωνία του αύριο, είναι το στήριγμα κάθε λαού αλλά και το μέσο πνευματικής αφύπνισής του. Αποστολή της πρέπει να είναι η διαμόρφωση ελεύθερων ανθρώπων, συνεκτικών στοιχείων της κοινωνίας, με σεβασμό στον άνθρωπο και τα επιτεύγματά του. Η αναδιάρθρωσή της αποτελεί λοιπόν αναγκαιότητα για τον λαό καθώς συμβάλει στην συνειδησιακή του επανάσταση, όπως την ορίζει ο Κορνήλιος Καστοριάδης.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s