Περίληψη Νέας Στρατηγικής

Στα παραδείγματα που εξετάσαμε από το εξωτερικό, επικεντρωθήκαμε στα ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά συστήματα, λαμβάνοντας υπόψη την γενικά καλή αξιολόγησή τους από αντίστοιχες έρευνες (π.χ. ΟΟΣΑ –Πρόγραμμα PISA, ΕΕ), τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές τους συγκριτικά με άλλα ανταγωνιστικά συστήματα, όπως ορισμένα της Ασίας αλλά και την ίδια την θέση της Ελλάδας στην Ενωμένη Ευρώπη, που από μόνη της επιβάλλει κατευθύνσεις στην εθνική πολιτική. Οι σύγχρονες τάσεις στην Ευρωπαϊκή εκπαιδευτική πολιτική συνοψίζονται στον εκδημοκρατισμό της σχολικής διαδικασίας, την λειτουργική ενοποίηση των εκπαιδευτικών δομών, την ανάπτυξη της δια βίου μάθησης και την σύνδεση της Εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Η πρότασή μας προσπαθεί να συμβαδίσει με αυτές τις προοπτικές, ωστόσο τονίζουμε πως στην προωθούμενη «οικονομίστικη» αντίληψη της Παιδείας, σύμφωνα με την οποία η σχολική επιτυχία είναι συνυφασμένη με την δυνατότητα εργοδότησης, θα πρέπει να αντιτάξουμε ένα σύστημα που επικεντρώνεται στον άνθρωπο και την πνευματική του εξέλιξη, αυτό που ονομάζεται «ανθρωπιστική παιδεία», με επικέντρωση στα ανθρώπινα δικαιώματα, την πολυπολιτισμικότητα, την ενότητα μέσα από την διαφορά.

Στο γενικό αυτό πλαίσιο, η πρότασή μας εστιάζεται στην υποχρεωτική εκπαίδευση. Η 12χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, επεκτεινόμενη δηλαδή στο Λύκειο, αποτελεί τη βάση του συστήματος, πάνω στην οποία θα δομηθεί η προσωπικότητα των νέων, θα δρομολογηθεί η διαμόρφωσή τους σε ενεργούς πολίτες και θα εμπεδωθεί η αντίληψη της βιωματικής μάθησης. Η διεύρυνση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης σε συνδυασμό με την ενοποίηση της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και τον διαχωρισμό της από την τριτοβάθμια πιστεύουμε πως συμβάλλει αφενός στην πληρέστερη γνωστική κατάρτιση του σπουδαστή, αφετέρου μεταθέτει σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον του σε ένα επόμενο διάστημα όπου, έχοντας το βασικό γνωστικό υπόβαθρο και τις απαραίτητες δεξιότητες, θα μπορέσει να κάνει τις καλύτερες επιλογές. Ταυτόχρονα επιχειρείται μια αναδιοργάνωση και απλούστευση της πολυπλοκότητας του προηγούμενου συστήματος όσον αφορά το Λύκειο και τις διεξόδους του με παράλληλη αποβολή των συνεχών προαγωγικών εξετάσεων. Απλούστευση των διαδικασιών και προαγωγή της έρευνας είναι οι αρχές της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης.

Σημαντικό ρόλο στο νέο σύστημα έχει η ηλεκτρονική του υπόσταση, η ψηφιακή διασύνδεση των λειτουργιών του. Οι νέες τεχνολογίες δεν εντάσσονται μοναχά στην διαδικασία μάθησης, αλλά εξυπηρετούν πολλαπλούς τομείς, όπως η εναλλακτική αξιολόγηση, η μηχανοργάνωση, η αποκέντρωση των εξουσιών καθώς και η επικοινωνία μεταξύ εκπαιδευτικών, γονέων, σχολείων και εκπαιδευτικών δομών. Ειδικότερα, στόχος του συστήματος είναι, μέσα από δραστηριότητες και με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών, να ενθαρρύνει τους μαθητές να αναπτύξουν επικοινωνία και συνεργασία με άλλα σχολεία εντός ή εκτός Ελλάδος, μια δυνατότητα που ανοίγει ευρείς πολιτισμικούς και γνωστικούς ορίζοντες στους μαθητές.

Επιδιώκουμε, επιπλέον, την αποκέντρωση της εκπαιδευτικής διοίκησης, ένα μοντέλο που αποδεικνύεται επιτυχημένο σε πολλές περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και το περιβόητο φινλανδικό σύστημα. Αρμοδιότητες της κεντρικής κυβέρνησης και του Υπουργείου μεταφέρονται στις Περιφέρειες, τους Δήμους, κυρίως τις Διευθύνσεις Παιδείας, ενώ δίνεται περαιτέρω αυτονομία στην ίδια τη σχολική μονάδα μειώνοντας έτσι ανούσιες γραφειοκρατικές διαδικασίες όπως πχ στο θέμα των σχολικών εκδρομών. Προωθείται ο κοινωνικός έλεγχος και η συμμετοχή στην εκπαιδευτική διαδικασία. Το νέο σύστημα δίνει μεγάλη σημασία και εμπιστοσύνη στην δράση του ίδιου του εκπαιδευτικού, γι’ αυτό και φροντίζει για την καλύτερη δυνατή ακαδημαϊκή και παιδαγωγική του κατάρτιση, την συνεχή επιμόρφωση και την παροχή ελευθερίας στον τρόπο και το περιεχόμενο της διδασκαλίας. Επιδιώκεται να δρα ως μέντορας του μαθητή, εισάγοντας στην πράξη λογικές ανακαλυπτικής, συνεργατικής και βιωματικής μάθησης, που προστάζει η σύγχρονη εποχή.

Για την ομαλή υλοποίηση των παραπάνω απαιτείται χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης 8 ετών και σταδιακής βασικής εφαρμογής 5 ετών, διάστημα στο οποίο πρέπει να επιδιωχθεί αφενός η σταδιακή αύξηση του ποσοστού δαπανών επί του ΑΕΠ για την Παιδεία σε τουλάχιστον 5% (Ευρωπαϊκός ΜΟ), αφετέρου ο ανασχεδιασμός των υπάρχοντων κονδυλίων έτσι ώστε να ενισχυθούν συγκριτικά δυναμικοί τομείς του νέου συστήματος (επιμορφώσεις, ψηφιοποίηση κλπ). Επιπλέον χρηματοδότηση θα προέλθει από τη δημιουργία ειδικού ταμείου για την Παιδεία-Έρευνα, από την εξοικονόμηση πόρων που άλλωστε προβλέπει το ίδιο το σύστημα αλλά και από την πρακτική συνεργασία κοινωνικών και κρατικών φορέων, όπως πχ η συμβολή των Πανεπιστημίων και των δημόσιων Ινστιτούτων στην διαμόρφωση του πληροφοριακού και ηλεκτρονικού συστήματος, των νέων σχολικών βιβλίων κτλ. Σχετικές έρευνες άλλωστε καταδεικνύουν πως μια ευρεία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα μπορούσε να αποφέρει μακροπρόθεσμα τεραστίου μεγέθους οικονομικά οφέλη για την κοινωνία (ανώτατο όφελος 1,3 τρισεκατομμυρίων ευρώ μακροπρόθεσμα – Έκθεση Κομισιόν 2011).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s